Η ιατρός

Η Δήμητρα Ράπτη είναι παιδίατρος και σύμβουλος θηλασμού IBCLC που ζει και εργάζεται στα Ιωάννινα. Σκοπός αυτού του δικτυακού χώρου είναι η προώθηση του θηλασμού και η καλύτερη επικοινωνία με τους γονείς και τους συναδέλφους, με απώτερο στόχο την προαγωγή της υγείας και την σωστή ανάπτυξη των παιδιών.

 

 

 

Η αλλεργική ρινίτιδα είναι συχνή, χρόνια πάθηση της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Στην Ελλάδα εμφανίζεται σε ποσοστό 4% στα παιδιά ηλικίας 6−7 ετών, 8% στα παιδιά ηλικίας 8−10 ετών και 18% στους εφήβους. Το παθητικό κάπνισμα, η γέννηση με καισαρική τομή, η μείωση του θηλασμού, η διατροφή, η αύξηση των αλλεργιογόνων είναι μερικοί από τους παράγοντες που θεωρούνται υπεύθυνοι για την αυξανόμενη συχνότητα ρινίτιδας και άσθματος. Παρόλο που η αλλεργική ρινίτιδα δεν είναι επικίνδυνη νόσος, επηρεάζει την ποιότητα ζωής του παιδιού, την απόδοσή του στο σχολείο και τις συναναστροφές με τους συνομηλίκους του.

Πρόκειται για φλεγμονή του ρινικού βλεννογόνου, της μεμβράνης που καλύπτει το εσωτερικό της μύτης. Κατά την πρώτη επαφή με το αλλεργιογόνο, το άτομο ευαισθητοποιείται, δηλαδή παράγονται αυξημένες ποσότητες αντισωμάτων IgE. Όταν το αλλεργιογόνο εισέλθει πάλι στον οργανισμό, απελευθερώνονται από συγκεκριμένα κύτταρα ουσίες, που προκαλούν όλα τα συμπτώματα.

 

Ανάλογα με το είδος του υπεύθυνου αλλεργιογόνου η ρινίτιδα διακρίνεται σε εποχιακή (γύρη δέντρων ή φυτών) ή ολοετή (ακάρεα οικιακής σκόνης, επιθήλια ζώων, μύκητες υγρού περιβάλλοντος, έντομα). Ανάλογα με τη διάρκειά της διακρίνεται σε διαλείπουσα ή ευκαιριακή όταν διαρκεί λιγότερο από 4 ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερο από 4 εβδομάδες συνολικά και εμμένουσα ή μόνιμη όταν διαρκεί περισσότερο. Επίσης διακρίνεται σε ήπια, μέτρια, σοβαρή ανάλογα με το πόσο επηρεάζει την καθημερινή δραστηριότητα, την απόδοση στο σχολείο, τον ύπνο.

 

Συχνά υπάρχει οικογενειακό ιστορικό αλλεργικής ρινίτιδας, άσθματος ή ατοπικής δερματίτιδας. Τα παιδιά κληρονομούν την προδιάθεση και η εμφάνιση συμπτωμάτων εξαρτάται από την επαναλαμβανόμενη έκθεση στα αλλεργιογόνα.

 

Τα συμπτώματα της αλλεργικής ρινίτιδας περιλαμβάνουν πταρμούς (φταρνίσματα), ρινική συμφόρηση (βουλωμένη μύτη), υδαρή ρινική καταρροή (η μύτη τρέχει διαφανές υγρό σαν νερό), κνησμό (φαγούρα) στην μύτη, τα μάτια, την μαλακή υπερώα, τα αυτιά. Το παιδί τρίβει την μύτη του με το χέρι του (“αλλεργικός χαιρετισμός”) ή τρίβει την μαλακή υπερώα με την γλώσσα κάνοντας χαρακτηριστικό ήχο. Στην ράχη της μύτης υπάρχει πτυχή λόγω του χρόνιου αλλεργικού χαιρετισμού. Λόγω της απόφραξης της μύτης παρατηρούνται μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, διαταραχές όσφρησης, στοματική αναπνοή, ξηροστομία, γεωγραφική γλώσσα, παραρρινοκολπίτιδα, δυσλειτουργία της ευσταχιανής σάλπιγγας με αποτέλεσμα υποτροπιάζουσες ωτίτιδες. Επίσης, εμφανίζονται διαταραχές ύπνου, ροχαλητό, υπνική άπνοια που προκαλούν υπνηλία, διάσπαση προσοχής, ευερεθιστότητα, χαμηλή σχολική επίδοση. Από τις εκκρίσεις που κυλούν στον λαιμό προκαλείται βήχας, βραχνάδα και παραγωγή εκκρίσεων στο κατώτερο αναπνευστικό. Οι λοιμώξεις του αναπνευστικού είναι συχνές και παρατεταμένες. Σπάνια δημιουργούνται ρινικοί πολύποδες σε μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες. Σε σοβαρή χρόνια αλλεργική ρινίτιδα παρατηρείται “αλλεργικό προσωπείο” με στοματική αναπνοή, θολωτή υπερώα και ορθοδοντικές ανωμαλίες.

 

Η αλλεργική ρινίτιδα μπορεί να συνυπάρχει με αλλεργική επιπεφυκίτιδα και άσθμα. Περίπου το 20% των παιδιών με αλλεργική ρινίτιδα έχουν ή θα αποκτήσουν άσθμα στο μέλλον, χωρίς να είναι γνωστό αν τα δύο νοσήματα απλώς συνυπάρχουν ή η ρινίτιδα ευνοεί την ανάπτυξη άσθματος. Φαίνεται ότι η σοβαρή ρινίτιδα, η ολοετής ρινίτιδα, η έναρξη της νόσου σε μικρή ηλικία και το παθητικό κάπνισμα ευνοούν την εμφάνιση άσθματος.

 

Τα παιδιά με αλλεργική ρινίτιδα μπορεί να παρουσιάζουν την λεγόμενη μη ειδική ρινική υπεραντιδραστικότητα, δηλαδή την αναπαραγωγή συμπτωμάτων από μη ειδικά ερεθίσματα όπως έντονες μυρωδιές, καπνός τσιγάρου, απότομες αλλαγές θερμοκρασίας ή υγρασίας.

 

Η διάγνωση γίνεται με

  • επισκόπηση του εσωτερικού της μύτης από τον ωτορινολαρυγγολόγο

  • κυτταρολογιική εξέταση του εκκρίματος της μύτης

  • δερματικές δοκιμασίες για την ανεύρεση του υπεύθυνων αλλεργιογόνων (skin prick test)

  • RAST-test με τα οποία ανιχνεύεται η ειδική IgE για συγκεκριμένα αλλεργιογόνα

 

Η θεραπεία εξαρτάται από τη βαρύτητα της νόσου.

Έλεγχος του περιβάλλοντος: Αν πρόκειται για οικιακά αλλεργιογόνα π.χ ακάρεα κάλυψη, λεπτομερής καθαρισμός ή απομάκρυνση αντικειμένων στα οποία συσσωρεύονται π.χ χαλιά, λούτρινα παιχνίδια, μαξιλάρια, κουβέρτες, παπλώματα. Καλό ξεσκόνισμα με βρεγμένο πανί και συχνό σκούπισμα με ηλεκτρική σκούπα. Απομάκρυνση των υπεύθυνων κατοικιδίων. Αν πρόκειται για αλλεργιογόνα εξωτερικού χώρου π.χ γύρη περιορισμός δραστηριότητας εκτός σπιτιού σε περιόδους έντονης ανθοφορίας, χρήση κλιματιστικού, κλειστά παράθυρα, μετακίνηση με αυτοκίνητο, πλύσιμο και αλλαγή ρούχων κατά την επιστροφή στο σπίτι.

Φαρμακευτική θεραπεία: ξεκινούμε με αντιισταμινικά είτε από του στόματος είτε με τη μορφή ενδορινικών σπρέι. Επί μη ανταπόκρισης, σε παιδιά μεγαλύτερα των 2 ετών, χρησιμοποιούμε ενδορινικά στεροειδή. Βοηθούν οι πλύσεις της μύτης με φυσιολογικό ορό και η σύντομης διάρκειας (για 3 ημέρες) χρήση των ρινικών αποσυμφορητικών. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί συνδυασμός των ανωτέρω πιθανώς με την προσθήκη τρίτης κατηγορίας φαρμάκου, που ονομάζεται ανταγωνιστής λευκοτριενίων. Αν παρόλα αυτά τα συμπτώματα επιμένουν και διαρκούν πάνω από 6 μήνες θα χρειαστεί ανοσοθεραπεία. Χορηγούμε το υπεύθυνο αλλεργιογόνο σε μορφή ενέσεων κάτω από το δέρμα ή υπογλώσσιων σταγόνων, σε βαθμιαία αυξανόμενη δόση, με σκοπό να το συνηθίσει ο οργανισμός. Έχει πολύ καλά αποτελέσματα, εμποδίζει την ευαισθητοποίηση σε νέα αλλεργιογόνα και φαίνεται να εμποδίζει την ανάπτυξη άσθματος.

 

Η αποτελεσματικότητα των μη φαρμακευτικών θεραπειών (βελονισμός, προβιοτικά, φυτικά σκευάσματα) δεν έχει μελετηθεί επαρκώς.