Η ιατρός

Η Δήμητρα Ράπτη είναι παιδίατρος και σύμβουλος θηλασμού IBCLC που ζει και εργάζεται στα Ιωάννινα. Σκοπός αυτού του δικτυακού χώρου είναι η προώθηση του θηλασμού και η καλύτερη επικοινωνία με τους γονείς και τους συναδέλφους, με απώτερο στόχο την προαγωγή της υγείας και την σωστή ανάπτυξη των παιδιών.

 

Το αιφνίδιο εξάνθημα ή έκτη νόσος είναι συχνό νόσημα της βρεφικής και πρώτης νηπιακής ηλικίας. Οφείλεται σε δύο ερπητοϊούς, τον HHV-6 και τον HHV-7. Εμφανίζεται καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, σε παιδιά ηλικίας 6-18 μηνών. Μεταδίδεται με τα σταγονίδια, που εκπέμπονται κατά τη διάρκεια της ομιλίας, του βήχα, του φταρνίσματος, του γέλιου. Έως την ηλικία των 4 ετών σχεδόν όλα τα παιδιά έχουν νοσήσει. Ο ιός παραμένει για πάντα στον οργανισμό και επανενεργοποιείται υπό κάποιες συνθήκες, χωρίς όμως να προκαλεί συμπτώματα.

 

Περίπου 10 ημέρες μετά την είσοδο του ιού στον οργανισμό εμφανίζεται υψηλός πυρετός (έως 400C) που διαρκεί περίπου 3 ημέρες. Μπορεί να συνυπάρχουν ήπια καταρροή, βήχας, πόνος στο λαιμό, οίδημα στα βλέφαρα, διόγκωση των λεμφαδένων του λαιμού, ήπια διάρροια, μειωμένη όρεξη για λίγες ημέρες. Λίγες ώρες μετά την πτώση του πυρετού εμφανίζεται κυρίως στον κορμό και το πρόσωπο ροδαλό εξάνθημα με την μορφή κηλίδων, χωρίς φαγούρα, που διαρκεί 2-3 ημέρες. Από την στιγμή που θα εμφανιστεί το εξάνθημα, το παιδί παύει να είναι μεταδοτικό.

 

Συνήθως η διάγνωση τίθεται βάσει του ιστορικού και της κλινικής εικόνας του παιδιού, χωρίς να χρειάζονται εργαστηριακές εξετάσεις. Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία ούτε τρόπος πρόληψης. Απαιτούνται μόνο αντιπυρετικά έως την ύφεση του πυρετού, δροσερά μπάνια και άφθονα υγρά. Φυσικά, δεν χρειάζεται αντιβίωση, αφού πρόκειται για ιογενή λοίμωξη.

 

Η συχνότερη επιπλοκή του αιφνίδιου εξανθήματος είναι οι πυρετικοί σπασμοί. Ευθύνεται για το 1/3 των περιστατικών πυρετικών σπασμών έως το δεύτερο έτος ζωής. Άλλες επιπλοκές είναι σπάνιες στα υγιή παιδιά. Σπάνια ένα παιδί μπορεί να “ξαναπεράσει” αιφνίδιο εξάνθημα.