Η ιατρός

Η Δήμητρα Ράπτη είναι παιδίατρος και σύμβουλος θηλασμού IBCLC που ζει και εργάζεται στα Ιωάννινα. Σκοπός αυτού του δικτυακού χώρου είναι η προώθηση του θηλασμού και η καλύτερη επικοινωνία με τους γονείς και τους συναδέλφους, με απώτερο στόχο την προαγωγή της υγείας και την σωστή ανάπτυξη των παιδιών.

 

Η ηπατίτιδα Β προκαλείται από έναν ιό (HBV), που μεταδίδεται με σεξουαλική επαφή, μετάγγιση αίματος, τρύπημα από μολυσμένη βελόνα, κοινή χρήση αντικειμένων που μπορεί να προκαλέσουν μικροτραυματισμό (οδοντόβουρτσα, ξυραφάκι, νυχοκόπτης κ.τ.λ)  και από την μητέρα στο παιδί κατά τον τοκετό (σπανιότερα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης). Δεν μεταδίδεται με την απλή κοινωνική επαφή. Αποτελεί συχνή νόσο, αφού κάθε χρόνο μολύνονται παγκοσμίως περίπου 4 εκατομμύρια άτομα. 

 

Η επώαση της νόσου είναι 40-160 ημέρες. Στην οξεία φάση ο οργανισμός “πολεμάει” τον ιό και στην  πλειονότητα των περιπτώσεων αυτοϊάται. Τα αντισώματα που παράγονται τον προστατεύουν για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Έτσι δεν υπάρχει πιθανότητα να νοσήσει πάλι (ισόβια ανοσία). Σε αντίθεση με τους ενήλικες, στα μικρά παιδιά η οξεία νόσος μπορεί να περάσει απαρατήρητη, χωρίς συμπτώματα. Ωστόσο, μπορεί να παρουσιαστούν πυρετός, ίκτερος, πόνος στις αρθρώσεις, κούραση, ανορεξία, πόνος στην κοιλιά, έμετοι, άσπρα κόπρανα και σκουρόχρωμα ούρα, εξάνθημα που μοιάζει με αλλεργία ή έχει την μορφή βλατίδων στον κορμό και τα άκρα. Η κεραυνοβόλος ηπατική ανεπάρκεια είναι σπάνια (1%). Δεν απαιτείται θεραπεία, χρειάζεται μόνο ανάπαυση και καλή διατροφή.

 

Αν μετά από 6 μήνες ο οργανισμός δεν καταφέρει να καταπολεμήσει τον ιό, παραμένει χρόνιος φορέας. Όσο μικρότερο είναι η ηλικία, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα χρόνιας νόσου (έως 90% σε νεογνά που μολύνονται από την μητέρα τους, έως 50% σε ηλικίες 1-5ετών, έως 5% σε ηλικίες άνω των 5 ετών).  Τα περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν φυσιολογικά και συνήθως δεν έχουν συμπτώματα ή έχουν ήπια (ελαφρύ ίκτερο, κούραση, ανορεξία, πόνο στην κοιλιά). Όμως κάποια από αυτά θα εμφανίσουν βαθμιαία πολύ σοβαρή βλάβη του ήπατος (κίρρωση, ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα). Η θεραπεία με ειδικά φάρμακα στοχεύει στην καθυστέρηση αυτής της εξέλιξης.

 

Η διάγνωση της ηπατίτιδας Β γίνεται με την ανίχνευση  ειδικών αντιγόνων και αντισωμάτων στο αίμα. Πρέπει να εξετάζονται:

• Τα άτομα που παρουσιάζουν αυξημένες τρανσαμινάσες

• Τα άτομα που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου

• Όλες οι έγκυες γυναίκες

• Τα παιδιά μητέρων με ηπατίτιδα C

• Όλοι οι συγγενείς πρώτου βαθμού ασθενών με οξεία ή χρόνια ηπατίτιδα Β

• Ασθενείς με ηπατίτιδα C ή με λοίμωξη με τον ιό HIV

 

Ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος για την πρόληψη είναι ο εμβολιασμός. Στην Ελλάδα το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β εντάχθηκε στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού τον Ιανουάριο του 1998. Σύμφωνα με αυτό όλα τα παιδιά πρέπει να λαμβάνουν 3 δόσεις εμβολίου (εμπεριέχεται σε εξαδύναμα εμβόλια της παιδικής ηλικίας) αρχίζοντας από την ηλικία των 2 μηνών. Μέχρι την ηλικία των 19 ετών χορηγείται παιδιατρικού τύπου εμβόλιο. Η αποτελεσματικότητά του είναι

άνω του 95%. Είναι ασφαλές και οι συνήθεις παρενέργειές του είναι ήπιες και παροδικές. Η ανοσία αρχίζει 14-21 ημέρες μετά τον εμβολιασμό.

 

Σε άτομα που πιθανώς έχουν εκτεθεί στον ιό της ηπατίτιδας Β, χορηγείται υπαράνοση γ-σφαιρίνη (παθητική ανοσοποίηση) και εμβόλιο. Μία τέτοια κατηγορία παιδιών είναι τα νεογνά μητέρων με χρόνια ηπατίτιδα Β.