Η ιατρός

Η Δήμητρα Ράπτη είναι παιδίατρος και σύμβουλος θηλασμού IBCLC που ζει και εργάζεται στα Ιωάννινα. Σκοπός αυτού του δικτυακού χώρου είναι η προώθηση του θηλασμού και η καλύτερη επικοινωνία με τους γονείς και τους συναδέλφους, με απώτερο στόχο την προαγωγή της υγείας και την σωστή ανάπτυξη των παιδιών.

 

 

Η δεύτερη σε συχνότητα μορφή καρκίνου των γυναικών 15-44 ετών (μετά τον καρκίνο του μαστού) είναι ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας, από τον οποίο περίπου 250 γυναίκες πεθαίνουν κάθε χρόνο στην Ελλάδα.

 

Προκαλείται από έναν ιό, τον HPV ή ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων. Μεταδίδεται κυρίως με την άμεση σεξουαλική επαφή (οποιουδήποτε είδους). Επίσης είναι δυνατή η μετάδοση μεταξύ ερωτικών συντρόφων με την απλή τριβή των γεννητικών οργάνων, με τα δάχτυλα ή με αντικείμενα που χρησιμοποιούνται και προκαλούν μικροτραυματισμούς του δέρματος και των βλεννογόνων. Είναι επίσης δυνατή η μετάδοση από την μητέρα στο νεογνό κατά τον τοκετό. Εξαιρετικά σπάνια είναι η μετάδοση μέσω μολυσμένων αντικειμένων κοινής χρήσης π.χ πετσέτες, κλινοσκεπάσματα, προσωπικά είδη υγιεινής. Έχει χρόνο επώασης 1,5-8 μήνες και από την στιγμή που εισέρχεται στον οργανισμό μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα έως και 10 χρόνια μετά! Το αν ένας ασυμπτωματικός φορέας είναι μεταδοτικός, εξαρτάται από τον τύπο του ιού. Μελέτες έδειξαν, ότι το 80% των ενεργών σεξουαλικώς ατόμων θα προσβληθούν από τον ιό κάποια στιγμή στην ζωή τους. Πιο ευάλωτες φαίνεται να είναι οι νεαρές γυναίκες ηλικίας 16-25 ετών. 

 

Ο HPV μπορεί να προκαλέσει δύο καλοήθεις καταστάσεις, τα οξυτενή κονδυλώματα και την θηλωμάτωση του αναπνευστικού συστήματος. Τα κονδυλώματα είναι βλάβες του δέρματος αποπλατυσμένες ή προεξέχουσες, σε σχήμα κουνουπιδιού, ποικίλου μεγέθους (ακόμα και μη ορατές με γυμνό μάτι), ρόδινου ή γκρίζου χρώματος. Συνήθως είναι ανώδυνα, αλλά ανάλογα με το μέγεθος και την εντόπιση μπορεί να προκαλέσουν πόνο ή φαγούρα. Εμφανίζονται μόνον στο 1-2% όσων προσβάλλονται από τα κατάλληλα στελέχη του ιού (συνήθως ορότυποι 6 και 11). Στις υπόλοιπες περιπτώσεις ο ιός θα παραμείνει δια βίου στον οργανισμό σε λανθάνουσα κατάσταση, αν το ανοσοποιητικό σύστημα του ατόμου είναι ισχυρό. Τα κονδυλώματα αντιμετωπίζονται με τοπική εφαρμογή φαρμάκων και με μηχανικές μεθόδους αφαίρεσης. Δεν είναι γνωστό το πότε το άτομο παύει να είναι μεταδοτικό μετά την αντιμετώπιση των κονδυλωμάτων. Αν για οποιοδήποτε λόγο ¨πέσει¨το επίπεδο ανοσίας, ο ιός αναζωπυρώνεται και προκαλεί υποτροπή των κονδυλωμάτων, κυρίως εντός του πρώτου τριμήνου από την εμφάνισή τους. 

 

Υπάρχουν περίπου 40 τύποι HPV, που προσβάλουν την πρωκτογεννητική περιοχή, οι 15 από τους οποίους θεωρούνται δυνητικά καρκινογόνοι. Για τις περισσότερες περιπτώσεις καρκίνου έχουν ενοχοποιηθεί οι ορότυποι 16 και 18. Μόνο 2 από τις 100 γυναίκες που θα προσβληθούν από HPV, θα παρουσιάσουν προκαρκινικές ή καρκινικές αλλοιώσεις στον τράχηλο. Ο ίδιος ιός μπορεί να προκαλέσει επίσης καρκίνο πρωκτού, στόματος, φάρυγγα, λάρυγγα και στα δύο φύλα.

 

Η αναγνώριση των εξωτερικών κονδυλωμάτων γίνεται με απλή γυναικολογική εξέταση. Τα εσωτερικά ανιχνεύονται με το τεστ Παπανικολάου (το οποίο ανιχνεύει και τις προκαρκινικές βλάβες) και την κολποσκόπηση. Η ανίχνευση του ιού στον οργανισμό γίνεται με τη βοήθεια μοριακού τεστ (HPV DNA test). 

 

Η χρήση προφυλακτικού δεν προστατεύει πλήρως από την νόσο, αφού η μετάδοση μπορεί να γίνει και με απλή επαφή του δέρματος με τα γεννητικά όργανα ή με μολυσμένα αντικείμενα, όπως προαναφέρθηκε. Στην προστασία συμβάλλει η αποφυγή της πρώιμης έναρξης της σεξουαλικής ζωής, ο περιορισμός των ερωτικών συντρόφων και η διακοπή του καπνίσματος (το οποίο φαίνεται, ότι διπλασιάζει την πιθανότητα προσβολής από τον καρκίνο αυτό). Ωστόσο, το κύριο μέτρο πρόληψης είναι ο εμβολιασμός έναντι του ιού. 

 

Υπάρχουν δύο εμβόλια έναντι του HPV, το Gardasil (τεραδύναμο) και το Cervarix (διδύναμο). Και τα δύο παρέχουν προστασία έναντι των οροτύπων 16 και 18, δηλαδή για το 70% περίπου των περιπτώσεων καρκίνου τραχήλου μήτρας. Το Gardasil παρέχει επίσης προστασία έναντι των οροτύπων 6 και 11, που ευθύνονται για το 90% των κονδυλωμάτων. Για την πρώιμη ανίχνευση των άλλων καρκινογόνων τύπων HPV, που δεν εμπεριέχονται στα εμβόλια, είναι απαραίτητη η ετήσια πραγματοποίηση τεστ Παπανικολάου.

 

Τα εμβόλια δεν περιέχουν τον ιό, άρα δεν μπορούν να προκαλέσουν λοίμωξη. Περιέχουν ένα τμήμα του περιβλήματος του ιού, μία πρωτεΐνη, που φτιάχνεται στο εργαστήριο, με σκοπό να μιμηθεί την πραγματική λοίμωξη, όταν εισέλθει στον οργανισμό και να προκαλέσει την παραγωγή αντισωμάτων. Η προστασία που προσφέρει είναι σχεδόν 100%, για τους τύπους του ιού που περιέχει. Ο εμβολιασμός δεν αντενδείκνυται για τα άτομα που έχουν ήδη προσβληθεί από τον ιό, αφού προσφέρει ανοσία για περισσότερους από έναν τύπους ιού. Φυσικά, το εμβόλιο δεν λειτουργεί θεραπευτικά.

 

Μπορεί να χορηγηθεί από την ηλικία των 9 ετών. Στην Ελλάδα-βάσει του εθνικού προγράμματος εμβολιασμού-γίνεται υποχρεωτικά (και χορηγείται δωρεάν) σε ηλικίες 11-26 ετών. Ωστόσο, δεν αντενδείκνυται σε μεγαλύτερες ηλικίες. Έχει επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητα του εμβολίου σε ηλικίες έως 45 ετών. Όσο μικρότερη είναι η ηλικία εμβολιασμού, τόσο μεγαλύτερα είναι τα επίπεδα των αντισωμάτων. Η ηλικία έναρξης της έμμηνου ρύσεως ή των σεξουαλικών επαφών δεν επηρεάζει την αποτελεσματικότητα του εμβολίου. Συνιστώνται δύο δόσεις με διαφορά 6 μηνών έως την ηλικία των 15 χρόνων. Σε μεγαλύτερες γυναίκες  γίνονται 3 δόσεις με διαφορά 1-2 μήνες η πρώτη από τη δεύτερη και 4 μήνες η δεύτερη από την τρίτη.  Δεν γνωρίζουμε πόσο διαρκεί η προφύλαξη από το εμβόλιο (έχει πιστοποιηθεί, ότι παρέχει προστασία για περίπου 5,5 χρόνια όσον αφορά τα στελέχη 16,18) και το αν είναι απαραίτητη η αναμνηστική δόση, που θα ενισχύσει την ανοσία σε μεγαλύτερες ηλικίες. Ο εμβολιασμός των αγοριών έχει εγκριθεί για ηλικίες 9-26 ετών, αλλά δεν πραγματοποιείται για οικονομικούς λόγους. 

 

Πολλά έχουν ειπωθεί σχετικά με τις παρενέργειες των εμβολίων. Οι παρενέργειες που έχουν καταγραφεί μετά από εκατομμύρια δόσεις θεωρούνται αναμενόμενες και τα εμβόλια κρίνονται ασφαλή. Οι συνηθέστερες είναι πυρετός, πονοκέφαλος, ζάλη και τάση λιποθυμίας κατά τον εμβολιασμό, κακουχία, τοπικός ερεθισμός στο σημείο της ένεσης.